|
.
|
|
|||
|
|
|
|
||
|
|
Η μικρή Μόσχα βγάζει κοράκια (Περιοδικό ΓΑΛΕΡΑ - Δεκέμβριος 2008)
Φράγκα σε βάρος της δυστυχίας των προσφύγων στη Λέσβο
Εκείνοι απλώνουν τα χέρια ζητώντας βοήθεια, βλέπουν ανθρώπους χωρίς στολή και ξανοίγονται, φωνάζουν γιουνάν, φωνάζουν Ελλάδα, φωνάζουν Ομόνοια. Οι άλλοι, οι δικοί μας, βλέπουν τη βάρκα και τη μηχανή. Πεντάμετρη και 25αρα, καλή «ψαριά» για σήμερα. Όταν πετάγεται το σκοινί οι πρώτοι το βλέπουν ως δέσιμο με την ελευθερία για μια καλύτερη ζωή. Οι άλλοι, οι δικοί μας, έχουν κάνει ακόμα μια γερή μπάζα.
Οι μαρτυρίες που έφταναν από τη Λέσβο, έκαναν λόγο για μια νέα μορφή δραστηριότητας των Μυτιληνιών ψαράδων, που εκτός από ψαράδες έγιναν και «κυνηγοί», προσπαθώντας μάλλον να διαψεύσουν την παροιμία και να έχουν το πιάτο κάθε φορά γεμάτο με τη διπλή τους ιδιότητα εις βάρος της δυστυχίας των προσφύγων.
«Έλληνες ψαράδες τσακώνονται πάνω από τις βάρκες των μεταναστών για το ποιος θα τις πρωτοπάρει. Στη μάχη για τη διεκδίκηση, πολλές φορές πετάνε και τον κόσμο στη θάλασσα, πριν καλά καλά πατήσουν στεριά». Αυτά έλεγε η φωνή στην άλλη άκρη της γραμμής όταν πρωτάκουσα για το θέμα. Όταν βρέθηκα εκεί τα στόματα είχαν ήδη ανοίξει.
«Δεν μπορούσα να πιστέψω αυτά που έβλεπα», μου είπε ο φωτορεπόρτερ Γιώργος Μουτάφης, που βρέθηκε μπροστά στο θέαμα αυτό φέτος το καλοκαίρι. «Τη στήνουν από το βράδυ με κιάλια, σε υψώματα και παρακολουθούν πότε θα φανεί μια βάρκα. Ενημερώνουν με κινητά τους άλλους που έχουν ήδη ξανοιχθεί και τότε αρχίζει ένας αγώνας δρόμου ποιος θα πλευρίσει πρώτος τη βάρκα. Οι μετανάστες στην αρχή νομίζουν πως αυτοί βρίσκονται εκεί για να τους βοηθήσουν να βγουν στη στεριά».
Οι ψαράδες στη Σκάλα Συκαμιάς μιλούν για κάποιους άλλους που το κάνουν αυτό, από άλλα διπλανά χωριά, το ίδιο όμως, λένε και οι δίπλα. Και οι μεν και οι δε πάντως, ξέρουν πολύ καλά το νέο σπορ και μου το περιγράφουν με ακρίβεια.
«Πολλές φορές φωνάζουν police για να τους κάνουν να κατέβουν. Άλλοτε, ο ψαράς που τους έφτασε πρώτος θα δέσει τη βάρκα με σκοινί και θα την τραβήξει, μαζί με τους επιβάτες της, σε άλλη παραλία, εκεί που περιμένουν οι δικοί του για να μοιραστούν τα λάφυρα» μου λέει ο Μιχάλης Κατσαμπρόκος, δημοτικός σύμβουλος στην περιοχή. «Δεν είμαστε άνθρωποι είμαστε ζώα και κοιτάμε πως θα κονομήσουμε με τον πόνο των αλλονών», συμπληρώνει.
Δεν είναι λίγες οι φορές που βρέθηκαν άνθρωποι στη θάλασσα καθώς οι δικοί μας διαπληκτίζονται μεταξύ τους. Άνδρες και γυναίκες κάποιες φορές και με παιδιά στην αγκαλιά πετιούνται μέσα τριάντα και πενήντα μέτρα πριν την ακτή. «Δεν κινδυνεύουν να πνιγούν, πατώνουν» μου λένε όλοι όταν ρωτάω αν πέθανε κανείς με αυτό τον τρόπο.
«Έχω ακούσει, έχω δει κιολας να τους τραβάνε, να τους πετάνε έξω για να τους πάρουν τη βάρκα. Πολλοί το έχουν δει σαν επάγγελμα αυτό. Δεν βλέπουν ανθρώπους, βλέπουν ένα χιλιάρικο να έρχεται και ορμάνε για το ποιος θα το πάρει πρώτος» μου λέει ο κύριος Νίκος, ψαράς και αυτός, στη Σκάλα Συκαμινιάς.
Σύμφωνοι με το Νόμο
Τα λάφυρα δεν κρύβονται, σε πολλές αυλές στη Συκαμινιά θα δεις δύο και τρεις βάρκες και η λεία κάθε βραδιάς θα γίνει ακόμα και θέμα στο καφενείο. Ο λόγος είναι ότι δεν υπάρχει παρανομία. Ο νόμος ορίζει πως αν βρεις μια βάρκα τότε αυτή είναι δική σου εφόσον τη δηλώσεις στις λιμενικές αρχές. Όταν ξέσπασε ο πρώτος θόρυβος η αστυνομία έκανε συλλήψεις. Βρήκε τις βάρκες και τις μηχανές και τις κατάσχεσε. Στη συνέχεια όμως, οι ψαράδες τις δήλωσαν κανονικά. Οι συλληφθέντες αφέθηκαν ελεύθεροι και τα λάφυρα τους επιστράφηκαν… Στη συνέχεια οι βάρκες και οι μηχανές θα πουληθούν ως «ελαφρώς μεταχειρισμένες», σχεδόν του κουτιού και το κέρδος θα είναι απολύτως καθαρό και πάνω απ’ όλα νόμιμο.
Κάθε βράδυ που ο καιρός είναι καλός τα βράχια είναι γεμάτα «κυνηγούς» με κιάλια. Δουλεύουν ανά ομάδες και εκτός από τον ανταγωνισμό και το κέρδος, το θέμα έχει αρχίσει να έχει και …αθλητικό ενδιαφέρον. Οι επιδόσεις της μια ομάδας θα συγκριθούν με της άλλης την επόμενη μέρα και η συζήτηση στο καφενείο θα ανάψει. Σα να μιλούσανε για ποδόσφαιρο….
Για τους πρόσφυγες αυτή είναι η πρώτη εικόνα που παίρνουν από την Ελλάδα και από την πολιτισμένη Ευρώπη. Κάποιες φορές υπήρξαν και τραυματισμοί. «Φωνάζουνε μες τη νύχτα και τους τρομάζουν. Αυτοί τρομοκρατούνται. Φεύγουνε και σκαρφαλώνουν όπου βρουν πάνω στα βράχια. Κάποιος έπεσε και έβγαλε τον ώμο του. Μπορεί να έχουν γίνει και χειρότερα που δεν τα γνωρίζω...» μου λέει ο Μ. Κατσαμπρόκος και αναρωτιέται: «Δεν σκέφτηκε κανένας από τους συγχωριανούς μου να τους δώσει έστω κάτι για τις βάρκες και τις μηχανές. Και αυτοί τις αγόρασαν από απέναντι και τις πλήρωσαν. Δεν μας εμποδίζει κανείς να τις πάρουμε, έτσι κι αλλιώς θα τις παρατήσουν εκεί, αλλά γιατί δεν τους δίνουμε κάτι έστω ως βοήθεια…»
Είναι αλήθεια πως οι πρόσφυγες δεν χρειάζονται πια τις βάρκες. Πολλές φορές τις σκίζουν και οι ίδιοι για να μην τους βρει το λιμενικό μέσα σε αυτές και τους οδηγήσει πίσω στην Τουρκία. Έχουν μεγαλύτερα προβλήματα πια. Να κρυφτούν από την αστυνομία και να βρουν κάποιον να τους δείξει τον δρόμο προς την…Ομόνοια.
«Ήμουν εκεί και φωτογράφιζα και ήρθαν κάποιοι βρεγμένοι, από τους επιβάτες της βάρκας και με ρώτησαν Ομόνοια, Ομόνοια. Κατάλαβα ότι δεν ήξεραν πως είναι σε νησί. Νομίζουν πως περνούν ένα μεγάλο ποτάμι και πως μπορούν να περπατήσουν μέχρι την Αθήνα. Πολλοί από αυτούς, ιδιαίτερα οι Αφγανοί, δεν έχουν ξαναδεί ποτέ θάλασσα και αυτή είναι η πρώτη βουτιά της ζωής τους», μου λέει ο Γιώργος Μουτάφης, δείχνοντας μου τις φωτογραφίες που έβγαλε εκείνη τη μέρα.
«Το Λιμενικό ξέρει»
Αυτό μου λένε όλοι στη Συκαμινιά. «Μια βόλτα να βγει το βράδυ θα τους δει πάνω στα βράχια να περιμένουν, αλλά τι μπορεί να κάνει, δεν κάνουν κάτι παράνομο, τη θάλασσα αγναντεύουν..» μου λέει ο κύριος Νίκος, μπροστά στο καφενείο. «Κάνουν και τα στραβά μάτια», μου λένε άλλοι. Στο χώρο του λιμεναρχείου υπάρχουν και εκεί στοιβαγμένες βάρκες, καλές και σκισμένες. Μάλλον μπελάς είναι και για αυτούς. Και ο χώρος δεν είναι και πολύς.
Όταν έφευγα, μου είπαν ότι το ακρωτήριο της Συκαμινιάς, το πιο κοντινό σημείο με την Τουρκία, λέγεται «Κόρακας». Εξαιτίας του σχήματός του, μου εξήγησαν, αλλά σκέφτηκα πως τίποτα δεν είναι τυχαίο. Τα πιο κοντινά κεφαλοχώρια είναι ο Μόλυβος και ο Μανταμάδος, η «μικρή Μόσχα», όπως τον έλεγαν παλιά επειδή ψήφιζαν όλοι ΚΚΕ. Σήμερα τα πράγματα έχουν αλλάξει, και ο δήμαρχος Στέφανος Αποστόλου, βγήκε με την υποστήριξη της Νέας Δημοκρατίας. Τον ρώτησα αν ξέρει όσα γίνονται στην περιοχή και μου είπε πως έχει ακούσει φήμες αλλά στο γραφείο του δεν έχει φτάσει ακόμα καμία επώνυμη καταγγελία.
Στο πλοίο του γυρισμού κοιμήθηκα βαριά...
|
|
|
|